Όταν ήμουν δύο χρονών, ο πατέρας μου πήγε στο δάσος με την πρόθεση να μη γυρίσει πίσω. Για σχεδόν 20 χρόνια, οι γονείς μου δεν είπαν κουβέντα για την απόπειρα αυτοκτονίας του. Παρ’ όλα αυτά, ο τόπος που συνέβη το περιστατικό με «τράβηξε» κοντά του και στην επέτειό του ένα κύμα θλίψης με πλημμύρισε. Όταν οι γονείς μου αποφάσισαν επιτέλους να μου το πουν, όλα άρχισαν να βγάζουν νόημα.

Αυτό το έργο ξεκίνησε ως μια έρευνα για τα ίχνη που άφησε πίσω του ένα καλά κρυμμένο οικογενειακό μυστικό. Και καθώς επέστρεφα νοερά στο τραύμα των γονιών μου – στους τόπους, τα αντικείμενα και τις αναμνήσεις που συνδέονταν με αυτό, αλλά ωστόσο δεν μου ανήκαν – το βρήκα μέσα μου. Το σώμα μου πάντα ήξερε.

Αυτή δεν είναι απλά μια ιστορία για μια απόπειρα αυτοκτονίας. Είναι μια ιστορία για τα μυστικά που με έναν τρόπο δε μένουν ποτέ κρυφά, για όλα αυτά που τελικά μοιραζόμαστε την ώρα που κρύβουμε άλλα. Πρόκειται για μια ιστορία που μιλά για τον πόνο που προκαλεί η αγάπη, για την πολυπλοκότητα της σιωπής και την ανεξήγητη θλίψη ενός αγοριού.

Μαμά, μπαμπά, αυτό είναι το τραύμα σας, που το κρατήσατε σκεπασμένο μέσα σε αμέτρητες πολύχρωμες κουβέρτες και, έχοντας απόλυτη άγνοια, μου το παραδώσατε σε μια αγκαλιά γεμάτη αγάπη. Θα το κουβαλώ μαζί μου με προσοχή.