Μου είπαν ότι η μητέρα μου με πέταξε σαν να ήμουν σκύλος. Και από τότε δεν έπαψα ποτέ να το πιστεύω.

Η αδελφή μου ήταν τριών, όταν έφυγε η μητέρα μου. Ο πατέρας μου εντάχθηκε στο στρατό της Νότιας Αφρικής και κάπως έτσι νομικά είχα διαγραφεί. Υιοθετήθηκα. Στερήθηκα την αγάπη.

Και κάπου εκεί χάνεσαι. Και βρίσκεις τον εαυτό σου σε καταστάσεις αστάθειας, δημιουργημένες από μια μετά-απαρτχάιντ κοινωνία, από τη θρησκεία και από τον τρόπο που λειτουργεί το κράτος πρόνοιας και φροντίδας των παιδιών. Προσπαθώντας να διαμορφώσεις έναν εαυτό σταθερό και συγκροτημένο μέσα στην παραμέληση που βιώνεις. Πληγωμένη από την ίδια σου την καταγωγή.

Το «Hond», που στα αφρικάανς (αφρικανολλανδικά) σημαίνει «σκύλος», εξερευνά το προσωπικό μου ταξίδι σε ένα τραύμα γενεών. Αμφισβητώντας τη θέση ότι είμαστε μόνο μία πιθανή εκδοχή του εαυτού μας, εξαιτίας των ανθρώπινων επιλογών που διαμορφώνουν το περιβάλλον μας, το έργο αφορά την ταυτότητα του ατόμου και τις διαταραχές της ανθρώπινης φύσης. Μιλάει για την ομορφιά που υπάρχει γύρω μας, ανεξάρτητα από τη θλίψη και την απογοήτευση. Τελικά σημεία και ξεκινήματα, ισορροπία και ανισορροπία. Αυτό το «ενδιάμεσο» που δημιουργεί τη συλλογική μνήμη.

Η κακοποίηση δεν είναι ποιητική, όπως ποιητικό δεν είναι το ότι μεγάλωσα ως Αφρικάνερ κορίτσι.