Το «Overtime» ερευνά και απεικονίζει ένα κορυφαίο ποδοσφαιρικό σύλλογο γυναικών στα προάστια της Μόσχας από το 2018 έως το 2021. Ο σύλλογος αυτός έχει τη στήριξη της κυβέρνησης. Στον βασικό άξονα του φωτογραφικού έργου τίθεται το ερώτημα, εάν οι κουήρ γυναίκες μπορούν να εκπροσωπήσουν μια δεξιά ιδεολογία σε μια χώρα όπου η ΛΟΤΚΙΑ+ κοινότητα βάσει νόμου θεωρείται τρομοκρατικό κίνημα. Παρά την αφοσίωση τους, οι παίκτριες αμείβονται με τον κατώτερο μισθό, ενώ οι αγώνες προσελκύουν μόνο τις οικογένειες και τους φίλους τους. Το 2018 μια παίκτρια μου είπε ότι την περίοδο των προεδρικών εκλογών είχε ασκηθεί πίεση στην ομάδα αυτή να ψηφίσει τον Πούτιν. Επισήμανε βέβαια ότι δεν τους ζητήθηκε να φέρουν αποδεικτικά στοιχεία από την κάλπη. Παρ’ όλα αυτά, η πλειοψηφία των παικτριών συμφώνησε με την επιταγή αυτή.

Μια άλλη αθλήτρια ηλικίας 17 ετών μου είπε ότι ο προπονητής της εθνικής ομάδας, στην οποία έπαιζε, αποκάλυψε τον σεξουαλικό προσανατολισμό/σεξουαλική ταυτότητα φύλου της στους γονείς της, προκαλώντας της μεγάλο ψυχικό άγχος. Ο ίδιος προπονητής, επί σειρά ετών, παρακρατούσε χρήματα από το ταμείο τους και παρακολουθούσε τα σπίτια και τις τηλεφωνικές γραμμές των παικτριών.

Οι φωτογραφίες μου λειτουργούν ως ένας στοχασμός πάνω στους περιορισμούς που επιβάλλονται στην ελευθερία των παικτριών. Η επικείμενη καταστροφή είναι πάντα παρούσα, ακόμα και μέσα από τα πυροτεχνήματα που συχνά αποτελούν κίνδυνο, όταν εκρήγνυνται κοντά σε οικιστικά συγκροτήματα ή εξαιτίας του μαύρου καπνού που καλύπτει τον αγωνιστικό χώρο. Αυτός είναι ο κόσμος της νέας γενιάς κουήρ γυναικών στη Μόσχα που παραμένει αόρατη και μπορεί να αφυπνιστεί μόνο «εκ των έσω» και όχι από κάποια εξωτερική δύναμη.