Σκοπός αυτού του έργου είναι να ερευνήσει μιαν άλλη διάσταση: αυτή στην οποία έζησε το σώμα μου για τρία λεπτά. Γεννήθηκα νεκρή στις 8 Αυγούστου του 1989. Καθώς ήμουν κυανωτική και υποτονική, με διασωλήνωσαν και με επανέφεραν με καρδιακές μαλάξεις. Ύστερα από πέντε λεπτά, οι ζωτικές μου τιμές σταθεροποιήθηκαν. Μέσα στα χρόνια, αυτό το συμβάν έχει αποκτήσει για μένα διάφορες σημασίες. Ήταν πάντα κρυμμένο σε μια γωνιά του σώματός μου –ενός σώματος που διαφύλαξε το μυστικό του, τις ερμηνείες και τα αναπάντητα ερωτήματα. Αυτό το πρώτο επεισόδιο της ζωής μου νομιμοποίησε τις ιδιορρυθμίες μου και υπερασπίστηκε τις ατέλειές μου. Επιδείνωσε την απελπισία μου, ενίσχυσε την αίσθηση ότι ήμουν διαφορετική και απόμακρη από τον υπόλοιπο κόσμο και έθρεψε την ανυπακοή μου. Έπειτα, ένιωσα την ανάγκη να βρω τον εαυτό μου, να δηλώσω στον εαυτό μου ότι υπάρχω. Άρχισα να ζητώ από το σώμα μου να θυμηθεί πού βρισκόταν και ποια γλώσσα μιλούσε, όταν πάλευε να ξεκινήσει το ταξίδι του. Έβαλα τον εαυτό μου στη θέση ενός σπηλαιολόγου, ενός αστροναύτη, ενός δύτη, ενός επιστήμονα, ενός ερευνητή. Μπήκα μέσα στους αστρικούς κρατήρες μου, στις αποτιτανώσεις μου, στη ρευστή διάσταση που αποκτά ο χρόνος, όταν δεν υπάρχει. Είδα τον εαυτό μου διάσπαρτο μέσα στο φως, πέρασα τον εαυτό μου για πέτρα, κρύφτηκα μέσα στη μητέρα μου, από την οποία δε θα μπορούσε κανείς να με χωρίσει. Παραδόξως, ξεκίνησα από το θάνατο.